Νυχτερινή αποκαθήλωσις αυτοκλήτου σωτήρος
Ότι που χάραζε … κι εγώ στο ακρόπρωρον όπως κάθε που χαράζει. Και ξάφνου αντιλαμβάνομαι κρεμάμενον τι κύριον (ρετουσαρισμένον) να με θωρεί με μισό χαμόγελο και να με προσκαλεί στη μεγάλη ανατροπή!!! Κι εγώ που θέλω να σωθώ απ’ όλα αυτά που με κατατρέχουν ερήμην μου και αναμένω τον “Μεσσίαν” (το συνηθίζω, άλλωστε εγώ τρέφομαι με το εξ’ ουρανού μάνα), λέω “εδώ είμαστε”.
Μαζί με το χάραμα και το θάμα.
Ότι περίμενα ήταν τώρα έξω από την πόρτα μου και μου έγνεφε. Πως ν’ αρνηθώ αυτό το κάλεσμα του κεχρισμένου ανδρός (δες τώρα, κείνος ο στίχος του Ελύτη “… σερνάμενα τέρατα με πλάγια λιπαρά πόδια …” βρήκε την ώρα να στροβιλίζει στο μυαλό μου).
Ω άνδρα, πολέμιε των λακουβών, συ που ετάχθης να ανατρέψεις τα πριν από σε ανατραπέντα (εδώ που τα λέμε έχω χάσει τη σειρά … από την πρώτην ανατροπήν η οποία συνετελέσθη έως την ανατροπήν που ευαγγελίζεται ο κεχρισμένος ανήρ, τελικά μπρούμυτα ή ανάσκελα θα βρεθούμε?), εδώ αυτοί, άβουλοι συνοδοιπόροι σου, απέναντι τους εσύ εκφραστής των ονείρων τους (να βαστάζουν μια πατσαβούρα, του δημοσίου όμως) επί ανταλλάγματι.
Ω σώτερ, απεφάσισα να έχω εγώ τον έλεγχον “και του οργασμού μου και της πείνας μου και της μάρκας των τσιγάρων μου”. Κι έτσι όπως σε αντικρύζω δέξου ένα ρητορικό ερώτημα: Θυμάσαι άραγε τον τελευταίο σου οργασμό; Και για να μην διαταράσσεις την αρμονία και προσβάλλεις το κάλλος, εν τω μέσω της νυκτός σε απεκαθήλωσα.